Itaca – Costantino Kavafis

Stephania Dapolla, The house of oracles Elefsis, Athens

 

Quando ti metterai in viaggio per Itaca
devi augurarti che la strada sia lunga,
fertile in avventure e in esperienze.
I Lestrigoni e i Ciclopi
o la furia di Nettuno non temere,
non sarà questo il genere d’incontri
se il pensiero resta alto e un sentimento
fermo guida il tuo spirito e il tuo corpo.
In Ciclopi e Lestrigoni, no certo
né nell’irato Nettuno incapperai
se non li porti dentro
se l’anima non te li mette contro.

Devi augurarti che la strada sia lunga.
Che i mattini d’estate siano tanti
quando nei porti − finalmente, e con che gioia −
toccherai terra tu per la prima volta:
negli empori fenici indugia e acquista
madreperle coralli ebano e ambre
tutta merce fina, anche profumi
penetranti d’ogni sorta, piú profumi
inebrianti che puoi,
va in molte città egizie
impara una quantità di cose dai dotti.

Sempre devi avere in mente Itaca –
raggiungerla sia il pensiero costante.
Soprattutto, non affrettare il viaggio;
fa che duri a lungo, per anni, e che da vecchio
metta piede sull’isola, tu, ricco
dei tesori accumulati per strada
senza aspettarti ricchezze da Itaca.
Itaca ti ha dato il bel viaggio,
senza di lei mai ti saresti messo
in viaggio: che cos’altro ti aspetti?

E se la trovi povera, non per questo Itaca ti avrà deluso.
Fatto ormai savio, con tutta la tua esperienza addosso
già tu avrai capito ciò che Itaca vuole significare.

Costantino Kavafis

(Traduzione di Margherita Dalmàti e Nelo Risi)

da “Constantinos Kavafis, Cinquantacinque poesie”, Torino, Einaudi, 1968

***

‘Ιθάκη 

Σά βγεις στόν πηγαιμό γιάα την Ιθάκη,
νάα εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.

Κωνσταντίνος Καβάφης

da “Ποιήματα 1897-1933”, Ίκαρος, 1984

L’arco del sorriso – Alèxandros Isaris

Edward Weston, Tina Modotti, 1921

 

Un altro corpo vicino a te la notte
Statue ornano il tuo letto
E rose che profumano di gelsomino.
Brillano nella tenebra le coperte
La pelle cristallo gocciolante.
La linea della bocca nell’arco del sorriso
Le membra tenere nel miele
I tuoi occhi stretti e nella stanza
Ali di angeli e di uccelli che ti stordiscono
Svolazzando.

Alèxandros Isaris

(Traduzione di Filippomaria Pontani)

da Tornerò luminoso. Poesie 1993-1999, 2000

da “Antologia della poesia greca contemporanea”, Crocetti Editore, 2004

∗∗∗

Το τόξο του χαμόγελου

Ένα άλλο σώμα δίπλα σου τη νύχτα
Αγάλματα στολίζουν το κρεβάτι σου
Και ρόδα που μυρίζουν γιασεμί.
Λάμπουν στο σκοτάδι τα σκεπάσματα
Το δέρμα κρύσταλλο που στάζει.
Η γραμμή του στόματος στο τόξο του χαμόγελου
Τα μέλη απαλά μέσα στο μέλι
Τα μάτια σου σφιχτά και στο δωμάτιο
Φτερά αγγέλων και πουλιών που σε ζαλίζουνε
Με το φτερούγισμά τους.

Αλέξανδρος Ίσαρης

da “Θα επιστρέψω φωτεινός”, (Ποιήματα 1993-1999), 2000

Durata – Ghiannis Ritsos

Vincent van Gogh, Paesaggio con covoni e luna che sorge, 1889, Kröller-Müller Museum, Otterlo

Vincent van Gogh, Paesaggio con covoni e luna che sorge, 1889, Kröller-Müller Museum, Otterlo

 

La notte ci guarda tra il fogliame delle stelle.
Bella notte silenziosa. Verrà una notte
in cui non ci saremo. E anche allora
il granturco canterà le sue antiche canzoni,
le mietitrici s’innamoreranno accanto ai covoni,
e tra i nostri versi dimenticati
come tra le spighe gialle
un viso giovane, illuminato dalla luna,
guarderà, come noi stanotte,
quella piccola nube d’argento

che si piega e appoggia la fronte sulla spalla dell’altura.

Ghiannis Ritsos

(Traduzione di Nicola Crocetti)

1959; da Seminario estivo, 1953-1964, in Poesie IV, 1975

da “Poeti greci del Novecento”, “I Meridiani” Mondadori, 2010

∗∗∗

Διάρκεια

‘Η νύχτα μάς κοιτάζει μεσ’ απ’ τά φυλλώματα των άστρων.
Όμορφη νύχτα, σιωπηλή. Θα ‘ρθει μιά νύχτα
κι εμείς θα λείπουμε. Και τότε πάλι
θα τραγουδάνε οι αραποσιτιές τ’ αρχαία τραγούδια τους,
οι θερίστριες θα ερωτεύονται πλάι στα δεμάτια,
κι ανάμεσα απ’ τους ξεχασμένους στίχους μας
όπως ανάμεσα απ’ τα κίτρινα στάχυα
ένα πρόσωπο νεανικό, φωτισμένο απ’ το φεγγάρι,
θα κοιτάζει, όπως εμείς απόψε,
εκείνο το μικρό ασημένιο σύννεφο
που γέρνει κι ακουμπάει το μέτωπο του στον ώμο του λόφου.

Γιάννης Ρίτσος

1959

da “θερινό φροντιστήριο” (1953-1964) 

Ricorda, corpo… – Costantino Kavafis

Foto di Christian Coigny

 

Ricorda non solo quanto fosti amato, corpo,
non solo i letti sopra cui giacesti,
ma anche quei desideri che per te
brillavano negli occhi apertamente,
tremavano nella voce – resi vani
da qualche impedimento casuale.
Ora che tutto è parte del passato,
è come se ti fossi concesso
anche a quei desideri – ricordali brillare
negli occhi volti verso te,
tremare nella voce, per te, ricorda, corpo.

Costantino Kavafis

(Traduzione di Nicola Crocetti)

da “Poesie erotiche”, Crocetti Editore, 1983

∗∗∗

Θυµήσου, σώµα…

Σώµα, θυµήσου όχι µόνο το πόσο αγαπήθηκες,
όχι µονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες,
αλλά κ’ εκείνες τες επιθυµίες που για σένα
γυάλιζαν µες στα µάτια φανερά,
κ’ ετρέµανε µες στην φωνή – και κάποιο
τυχαίον εµπόδιο τες µαταίωσε.
Τώρα που είναι όλα πια µέσα στο παρελθόν,
µοιάζει σχεδόν και στες επιθυµίες
εκείνες σαν να δόθηκες – πώς γυάλιζαν,
θυµήσου, µες στα µάτια που σε κύτταζαν·
πώς έτρεµαν µες στην φωνή, για σε, θυµήσου, σώµα.

Κωνσταντίνος Καβάφης

da “Ποιήματα 1897-1933”, Ίκαρος, 1984

Gli occhi di Margherita – Nikiforos Vrettakos

Foto di Paul Apal'kin

Foto di Paul Apal’kin

 

Nei tuoi occhi ho trovato i libri che non ho scritto:
pianure, città, boschi, orizzonti, canali.
Le montagne imperiali della terra ho trovato,
coi tramonti e le nuvole purpuree. I grandi viaggi
che non ho fatto li ho trovati nei tuoi occhi.

Nei tuoi occhi ho trovato gli amici sorridenti
che mi rubò la terra, l’erba, la neve, il buio.
Le frasi che mi direbbero, le ho trovate nei tuoi occhi.

Le croci non confitte in terra a battaglia finita,
lunghe file di anonime croci, da ogni parte,
croci di tutti i popoli, le ho trovate nei tuoi occhi.

Nei tuoi occhi ho trovato la fine della guerra.
Sole e uccelli sui rami! Il mio mondo infantile
coi suoi disegni d’oro l’ho trovato nei tuoi occhi.

Ho trovato le tristi colline della patria
che si ergevano mute quasi udissero la mia voce.
Arrivo! Al mio urlo «Arrivo», il fremito leggero
degli umili corbezzoli, l’ho trovato nei tuoi occhi.

Nei tuoi occhi ho trovato le notti che scorrevano
immensi fiumi di silenzio, come al tempo dei miei sei anni.
La luce astrale della pena l’ho trovata nei tuoi occhi.

Nei tuoi occhi ho trovato la gente che mi ricordava
e il mondo dell’infanzia che mi chiamava a nome.
La tenda della giustizia, la bontà che faceva cenno
ai monti di accostarsi, l’ho trovata nei tuoi occhi.

Ho trovato l’eternità del sole rinnovata.
L’erba, le stelle, l’alba. Mia madre vestita di bianco
come la Pace, l’ho trovata nei tuoi occhi.

Fosse tutto più semplice quaggiù, come il «buongiorno»
e la «buonanotte», o la luce all’alba sopra i vetri,
fosse tutto più semplice quaggiù, noi in questo mondo
avremmo una casa infinita. Saremmo angeli.
Il mio lamento eterno l’ho trovato nei tuoi occhi.

Nikiforos Vrettakos

(Traduzione di Filippomaria Pontani)

(da Il libro di Margherita, 1949)

da Poeti greci del Novecento”, “I Meridiani” Mondadori, 2010

∗∗∗

Τα μάτια τής Μαργαρίτας

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τα βιβλία που δεν έγραψα∙
πεδιάδες, δάση, πολιτείες, ορίζοντες, κανάλια.
Βρήκα τ’ αυτοκρατορικά όρη της γης κι απάνω τους
τις δύσες με τα κόκκινα σύννεφα. Τα μεγάλα
ταξίδια που δεν έκαμα βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τους γελαστούς μου φίλους
που μου τους σκέπασεν η γης, η χλόη, το χιόνι, η νύχτα.
Τα λόγια που θα μου ‘λεγαν βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Όσους σταυρούς δεν έμπηξαν στη γης μετά τις μάχες,
μακριές σειρές, ανώνυμους σταυρούς, πάνω και κάτω,
τους σταυρούς όλων των εθνών, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τον πόλεμο τελειωμένο.
Πουλάκια και ήλιος στα κλαδιά! Το παιδικό μου σύμπαν
με τις χρυσές μου ζωγραφιές βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα τους μελαγχολικούς γήλοφους της πατρίδας μου
να στέκονται μες στη σιωπή σα ν’ ακούσανε τη φωνή μου.
Έρχομαι! Ως να τους φώναξε «έρχομαι», να κουνάνε
τις ταπεινές τους κουμαριές, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τις νύχτες να κυλάνε
μεγάλους ποταμούς σιωπής, όπως στα έξι μου χρόνια.
Της θλίψης την αστροφεγγιά, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τον κόσμο να με θυμάται
κι όλα όσα γνώρισα παιδί να με φωνάζουν με τ’ όνομά μου.
Της δικαιοσύνης τη σκηνή, την καλοσύνη που έγνεφε
να πλησιάσουν τα βουνά, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα την αιωνιότητα του ήλιου ανανεωμένη.
Τη χλόη, τ’ αστέρια, την αυγή. Στ’ άσπρα σαν την Ειρήνη
ντυμένη τη μητέρα μου, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Αν ήτανε όλα εδώ πιο απλά, όπως η «καλημέρα»
κι η «καληνύχτα», όπως το φως στα τζάμια την αυγή,
αν ήτανε όλα εδώ πιο απλά, τότε, σ’ αυτό τον κόσμο,
θε να ‘χαμε ένα απέραντο σπίτι. Θε να ‘μαστε άγγελοι.
Το αιώνιο μου παράπονο βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Νικηφόρου Βρεττάκου

(da βιβλίο τής Μαργαρίτας, 1949)

da “Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-19912”, εκδ. Ποταμός, 2008

Noi siamo cetre… – Kostas G.Kariotakis

Irving Penn, Musical Instruments, Italy,1948

Irving Penn, Musical Instruments, Italy, 1948

 

Noi siamo cetre un poco sgangherate.
Il vento, quando passa sulle corde,
come catene sospese, risveglia
dei versi, dei rumori dissonanti.

Noi siamo antenne un poco singolari.
Come dita s’innalzano nel caos,
in cima ad esse echeggia l’infinito,
ma ben presto cadranno giú, spezzate.

Noi siamo sensazioni un po’ disperse
senza speranza di concentrazione.
Nei nostri nervi tutto si confonde.

Ci duole il corpo, duole la memoria.
Ci scacciano le cose, e la poesia
è il rifugio che sempre piú invidiamo.

Kostas G. Kariotakis

(Traduzione di Filippomaria Pontani)

da “L’ombra delle ore”, Crocetti Editore, 2004

∗∗∗

«Είμαστε κάτι…»

Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες
κιθάρες. Ο άνεμος, όταν περνάει,
στίχους, ήχους παράφωνους ξυπνάει
στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.

Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες.
Υψώνονται σα δάχτυλα στα χάη,
στην κορυφή τους τ’ άπειρο αντηχάει,
μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.

Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,
χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.
Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις.

Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Μας διώχνουνε τα πράγματα κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

Κώστας Καρυωτάκης 

da “Ελεγεία και Σάτιρες”, 1927

Una notte – Costantino Kavafis

Foto di Hadar Ariel Magar

 

La camera era povera e triviale,
nascosta sull’equivoca taverna.
Dalla finestra si vedeva il vicolo
sudicio e angusto. Dabbasso
provenivano voci di operai
che giocavano a carte e facevano baldoria.

E lí, sull’infimo e sordido giaciglio,
ebbi il corpo d’amore, ebbi le labbra
sensuali e rosate dell’ebbrezza –
rosate di una tale ebbrezza, che anche adesso
che scrivo, dopo tanti anni!,
nella mia casa solitaria, m’ubriaco ancora.

Costantino Kavafis

(Traduzione di Nicola Crocetti)

da “Poesie erotiche”, Crocetti Editore, 1983

∗∗∗

Μια νύχτα

Η κάµαρα ήταν πτωχική και πρόστυχη,
κρυµένη επάνω από την ύποπτη ταβέρνα.
Απ’ το παράθυρο φαίνονταν το σοκάκι,
το ακάθαρτο και το στενό. Από κάτω
ήρχονταν οι φωνές κάτι εργατών
που έπαιζαν χαρτιά και που γλεντούσαν.

Κ’ εκεί στο λαϊκό, το ταπεινό κρεββάτι
είχα το σώµα του έρωτος, είχα τα χείλη
τα ηδονικά και ρόδινα της µέθης –
τα ρόδινα µιας τέτοιας µέθης, που και τώρα
που γράφω, έπειτ’ από τόσα χρόνια!,
µες στο µονήρες σπίτι µου, µεθώ ξανά.

Κωνσταντίνος Καβάφης

da “Ποιήματα 1897-1933”, Ίκαρος, 1984